World Poets Society W.P.S.

Artemis Vazirgiantziki
  • Female
  • Athens
  • Greece
Share 
  • Blog Posts
  • Discussions
  • Events
  • Groups
  • Photos
  • Photo Albums
  • Videos

Artemis Vazirgiantziki's Friends

 

Artemis Vazirgiantziki's Page

Latest Activity

May 18
April 16
Artemis Vazirgiantziki is now a member of World Poets Society W.P.S.
April 16

Comment Wall

You need to be a member of World Poets Society W.P.S. to add comments!

Join this social network

  • No comments yet!

Profile Information

Real Full Name
Artemis Vazirgiantziki
Nationality
Greek
Country of Origin
Greece
Country of Residence
Greece
City of Residence
Athens
Biography
Η Άρτεμις Βαζιργιαντζίκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά, παιδαγωγικές επιστήμες και κινηματογράφο. Εργάζεται ως δασκάλα ειδικής αγωγής. Ασχολείται με τη συγγραφή διηγημάτων, παραμυθιών, ποιημάτων και θεατρικών έργων. Έχει βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς του περιοδικού Κελαινώ, του Συλλόγου Λόγου-Τέχνης και Ελληνικού Πολιτισμού της Βαυαρίας, της Εταιρείας Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου, του περιοδικού Ως3, της εφημερίδας Κηφισιά και της Λέσχης Ανάγνωσης Κηφισιάς. Έχουν παιχτεί 3 θεατρικά έργα της, και έχει δημοσιεύσει ποιήματά της στα λογοτεχνικά περιοδικά Μανδραγόρα, Δέλεαρ και Κελαινώ.
Poem #1
Αστερία

Την είδα.
Καταμεσίς, σ’ ένα λιβάδι. Ασφόδελων.
Νύχια τρελλού. Αρπακτικού. Μπηγμένα. Βαθιά μεσ’ στο κορμί της.
Ένα κορμί που διάφανο, μύριζε άγρια κρίνα.

Τους είδε.
Παρ’ όλο που ο τρόμος της την είχε παραλύσει.
Ήτανε σαν σε όραμα. Πέπλο πυκνό απ’ ομίχλη.
Στο σύθαμπο ο Όλυμπος μοιάζει φωτιά να πήρε.
Δώδεκα φωτοστέφανα. Λουσμένα στο χρυσάφι.
Ζώνες. Βαθιά αυλακωτές. Σα χαρακιές.
Σα νά’ τανε τα όρια. Της σύντομης ζωής της.
Ώρες πολλές ανέβηκαν. Ανέβηκαν κι’ οργώναν.
Οργώνανε ακάματοι τ’ ουράνιο χωράφι.
Η γη γελούσε. Οι ποταμοί. Οι φλέβες τους που ερρέαν.
Μέσα σε κοίτες. Βαθερές. Σε πράσινες κοιλάδες.
Εύφορη γη. Κιτρινωπή. Γεύση στυφή στο στόμα.
Κοπάδια μαύρα άλογα. Μάγισσες. Συνυφάντρες.

Την είδα.
Με το σκυλίσιο βλέμμα μου. Που όλα τα διατρέχει.
Τότε δεν ειδοποίησα τη δόλια Ηριγόνη;
Τους βόστρυχους ξερίζωνε, τούφες απ’ τα μαλλιά της.
Σε ξεροπήγαδο στεγνό τον βρήκε τον αφέντη.
Τον έκλαψε. Τον στόλισε. Τον κούναγε σαν βρέφος.
Ως στα στερνά ήταν λιόγερμα. Της τράβηξα τα ρούχα.
Απάντηση ποτέ καμμιά. Κρεμόταν σ’ ένα δέντρο.
Σαν τώρα που πετά ψηλά μιαν αρπαγμένη κόρη.
Εκείνηνα θυμήθηκα την άλλη ρημαγμένη
έτσι που πήρε αθέλητα να αιωρείται πάνω.

Τους είδε.
Κούνιες χρυσές στον ουρανό. Ανάμεσα μια κόρη.
Κόρη υφάντρα που παλιά τη φώναζαν Αράχνη.
Με χέρια επιδέξια. Ύφαινε το υφαντό της.
Λευκό ταυρί που καβαλά μια δροσερή κοπέλλα.
Μιαν άλλη μάταια κρύβεται μεσ’ στα φτερά του κύκνου.
Μια τρίτη έλουζ’ η βροχή. Βροχή χρυσή. Που έπεφτε. Σαν κύμα θεριεμένο.
Γάμοι υγροί. Που στ’ άδυτα η ύπαρξη γεννιέται.
Καταμεσής, σ’ ένα λιβάδι ασφόδελων κέντησε τ’ όνομά της.
Μέσα στα νύχια τ’ αετού. Μεσ’ στο χορό του τράγου.
Αρπάχτηκε. Όπως πολλές. Η αρχή της τραγωδίας.

Την είδα.
Ήταν αυτή. Η άμοιρη Αστερία.
Ήταν τότε που κοίταξε. Κεντίδια τ’ όνομά της.
Ήταν οι Μοίρες που απ’ αρχής τό’ χαν αποφασίσει.
- Πως νά’ ναι άραγε οι θεοί; είχε ρωτήσει, μικρούλα σαν καθόντανε στο γόνα του πατέρα.
Όταν μεταμορφώνονται; Όταν αποφασίζουν;
Όταν θνητούς υπηρετούν; Τη νύχτα; Με σιγουριά όταν στέκονται;
Μπροστά σ’ έναν αιμάτινο αόρατο καθρέφτη;

Τους είδε.
Εμφανίστηκαν. Είχαν μορφή ανθρώπου.
Δυνάμεις του Αρχέγονου. Εχθροί τ’ αφηρημένου.
Μεθύσανε πρωτόγνωρα. Μορφές χαράξανε. Αχνά. Στη γη περνοδιαβαίνουν.
Όπως τα φύλλα της ελιάς. Σαν το ψωμί. Σαν το κρασί. Πνοή σαν του ανέμου.
Των μελτεμιών. Τη Χάρι και τον Έρωτα. Την Αρετή που εχάθη.
Τη Νέμεση που αναζητά τ’ ανύπαρκτου την αύρα.
Τις Χόες. Που ευελπιστούν το δώρο μιας θυσίας.
Μέχρι τα έγκατα της γης. Μέχρι το φως των άστρων.

Την είδα.
Εγώ, η Μαίρα της μιλώ με λόγια παρηγόριας.
Μια σκύλα ήμουνα φτωχή. Τώρα ο Σείριος τ’ άστρο.
Άστρο κι’ αυτή μοναχικό. Τη λένε Αστερία.

Τους είδε.
Ήταν η μόνη. Ψηλά όπως πετούσανε αυτή κι’ ο αετός της.
Είδε τους δώδεκα θεούς σε θρόνο καθισμένους.
Τροχούς ουράνιους. Να κινούν. Δίπλα τους ειν’ οι Μοίρες.
Οι Μοίρες που ποτέ κανείς δεν ξέρει τι υφαίνουν.
Το υφαντό του σύμπαντος που μοιάζει με τη σκόνη.
Μια σκόνη που διαλύεται. Όπως γερνούν οι αιώνες.
Μία κουκκίδα στ’ άπειρο θα γίνει κάποια μέρα.
Μία κουκκίδα στ’ άπειρο. Μία μικρή τελεία.
Poem #2
ΚΟΡΩΝΑ ΒΟΡΕΑΛΙΣ

Είχε τη μυρωδιά του αδερφού. Τη μυρωδιά του ταύρου.
Τη μυρωδιά των φίλων σου, Θησέα.
Κυλούσε άλικο, έξω απ’ τη σπηλιά. Έβαψα το μαλλί.
Έφτιαξα ένα κουβάρι. Ένα κουβάρι κι’ η ζωή μου.
Σα λαβύρινθος. Τυλίχτηκα μαζί του.
Αιωρούμουν. Κρεμασμένη, πάνω απ’ το παλάτι.
Οι πλεξούδες μου έλαμπαν. Στο φως και στο σκοτάδι.
Μ’ είδες. Δεν ήξερες πως να με πεις: Πασιφάη; Φαίδρα; Αριάδνη;
Η θάλασσα γίνηκε σημάδι του απείρου.
Σε είδα. Ο πυρσός του έρωτα φλόγισε τα σύννεφα μενεξελιά.
Σε περίμενα. Από τότε που πρόσφερα γυμνό το σώμα μου στη νύχτα.
Σε καμάρωσα• τα ίδια χνάρια πάντα ακολουθείς.
Εγώ, στα νότια. Στα βόρεια η Αντιόπη. Στο μεσοστράτι έπαιξες στα ζάρια την Ελένη.
Ήσουν όμορφος. Ζώνη χρυσή μινώταυρου που τη στολίζαν άστρα.
Πάλλονται οι λέξεις. Εκεί όπου τ’ άφησα να πέσει.
Το κουβάρι. Ανάμεσα στ’ ασπρόμαυρα πλακάκια της αυλής. Μια σκακιέρα.
Κατάλαβες. Οι φλέβες των ποταμών φουσκώσαν.
Έβρεξες τα χείλη με κρασί. Έκανες δεήσεις στην Ανάγκη.
Μου φόρεσες στεφάνι. Στεφάνι από μηλιά, και μπήκες...
Καμμιά γυναίκα. Δεν πάτησε ποτέ αυτή την άμμο.
Μόνο οι γλάροι απόκληροι. Βρέχουν με τα φτερά τους.
Εξόριστη. Στην αγκαλιά τ’ ουράνιου εραστή μου.
Σκέφτομαι. Μήπως τυχόν κι’ είναι συνένοχός σου;
Στεφανωμένη με μυρτιά. Μ’ έλουσε μ’ άγρια μέντα.
Όμως εγώ θα μέθαγα. Ακόμα και τις Μοίρες.
Εάν γυρίσεις μια νυχτιά. Ένα φιλί αν μου δώσεις.
Πριν από βέλη χτυπηθώ. Πριν μια φορά πετρώσω.
Πριν γίνω στεφάνι μοναχό. Πριν γίνω κορώνα.
Κορώνα στο θόλο τ’ ουρανού. Κορώνα βορεάλις.
Poem #3
ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ

Μέσα στην καταιγίδα. Πρόφερα τ’ όνομά μου. Ακούστηκε. Σαν αχνός λυγμός. Σπαρταρούσαν. Τα φωνήματα. Μέσα σ’ αυτή τη λέξη. Τ’ όνομα. Αυτό που μου χάρισες. Εσύ. Για να υπάρξω. Στο δέρμα μου λαμπύρισαν χρυσά φτερά. Στ’ άκρα τους μόρια φωτός. Σχεδόν αγγίξαν. Τα όρια της ανυπαρξίας.

Τα ηλιοτρόπια ανθίζαν. Ένας ρυθμός που ξέσκιζε τ’ ατσάλι. Ένας καρπός πιο άκαρπος. Μια πειθώς στην άβυσσο. Ένα χάσμα. Κοντά στον ήλιο. Κοντά, στην πιο σκοτεινή πλευρά μου. Ένα θραύσμα αλήθειας.

Ο λόγος είν’ η αρχή και το τέλος. Σαν μνημόνιο. Φως. Αγγελικών διανοιών. Αίτιο και αιτιατό. Αντανακλάσεις της εσπέρας. Γαλαζορόδινη. Καθρεφτίζει. Το διαιρεμένο σώμα. Τον εξαντλημένο εγκέφαλο. Τον ανασυγκροτημένο. Μεσ’ στην αχανή ολότητά του.

Το κορμί. Κυλιέται αναίσχυντα. Σε μια παραφορά δακρύων. Σε μια λίμνη υλιστικών δρακόντων. Φλεγουσών επιθυμιών. Κρύπτη ορνέων. Μετουσιώσεις ονείρων. Αναγεννημένων. Από τις σκιές. Ένας κύκλος. Ένα παιχνίδι πλευρικών κατόπτρων. Ανεστραμμένων.

Ουλές του παρελθόντος. Ακριβοδίκαια κατανεμημένες στη ροή του αίματος. Υγρές, λείες κοιλότητες στο έδαφος της γνώσης. Νους, συσκοτισμένη ύπαρξη. Απέραντη μνήμη. Ξεπηδά σα φωτιά. Σαν ίχνη. Σαν ουλές που αφήνει στο διάβα του το σώμα. Χαρακιές. Σε υπέργειο καθρέφτη.

Ουράνιοι τροχοί. Ρινίσματα φωτός. Ψίθυροι. Μεσ’ στην αχανή άβυσσο. Χαώδης διαρπαγή σοφών ενστίκτων. Λυγμός. Σαν αχνός λυγμός. Ακούστηκε. Στην άβυσσο. Στο λιβάδι με τους ασφόδελους. Λευκές ουλές. Εναλλάσσονται. Με κυματοειδείς. Μαύρες γραμμές. Εκτυφλωτικές αντανακλάσεις. Χωρίς περιγράμματα. Χωρίς χρώματα. Το φως γδέρνει το σκοτάδι. Ένα φανάρι στην ομίχλη. Τολμώ να το προφέρω. Η λέξη. Αναβλύζει από μια πηγή. Φεγγαρόφωτο. Πλάι, το ποτάμι. Ακούστηκε. Σαν ουρλιαχτό.
Poem #4
Δήλος

Πως σ’ άδραξε κατακρυφά, ασέληνη μια νύχτα
τότε που γεννοβόλαγες και σπάραζες·
θυμάσαι;
γλιστρώντας στον κρυστάλλινον ορίζοντα,
εθέριευες παλεύοντας στο νοτισμένο χώμα,
με μιαν αέναη απαντοχή·
γλυκοθροϊζαν λεύκες
τα νεροπούλια κούρνιασαν από βραδίς στους βράχους
κάτω κυλούσε αδίστακτο, αιμάτινο ποτάμι
τι όραμα αναπάντεχο και τρομερό συνάμα
το πήραν άγριοι άνεμοι και χάθηκε στη λήθη·
μα ένας ψίθυρος αχνός, μικρούλικος σαν κλάμα
δίνει φωνή στ’ αμίλητα, σε συνεφέρνει ξάφνου
και σύφλογη αναδύθηκες, κουρελιασμένα μάτια
πως φλετουρίσαν τα πουλιά, ορμή του Μιθριδάτη
τότε που τσακιστήκανε οι είκοσι χιλιάδες
αναριγώντας σύμπνοα μύριοι κατατρεγμένοι
τινάζεις στα ψηλώματα τα καστανά μαλλιά σου
πού είναι ‘κείνοι οι στεναγμοί;
πού ήταν τα παιδιά σου;
μακρύπνοο ξεκίνημα, απόηχος μιας λύρας
ένα βελάκι μυτερό καρφώθηκε στ’ αυτί σου.
Κάνεις να το τραβήξεις, και ξαφνικά θυμήθηκες.
Αναθυμάσαι; Πες μου!
Βγες ν’ αγναντέψεις το νησί
ολόφωτο, σαν λάβα.
Poem #5
ΕΛΕΝΗ

Η καθαρότητα τ’ ουρανού αντιφεγγίζει το πρόσωπό σου, Ελένη.
Σιωπηλοί περιμένουμε το μεγάλο κύμα. Ήρθε· μας ρούφηξε με αδηφάγα ορμή· εγώ προσπάθησα να σε κρατήσω· σύρθηκες και τρίφτηκαν τα πετράδια του γιαλού στ’ απαλό σου δέρμα· δε μπόρεσες ν’ αντέξεις· στα χλωμά λιβάδια των ερώτων μας μου έμεινε μια τούφα*
μια τούφα από τα φιδίσια σου μαλλιά
που την κρατώ με προσμονή
με νοσταλγία
σ’ ένα συρτάρι
κάθε που προβάλλει\μου αναστατώνεται το σύμπαν.

Κάθε βράχο που συναντώ, κάθε καινούργια πατρίδα, ρωτώ για σένα.
Για σένα Ελένη
που δεν άντεξες
κλεισμένη σ’ ένα μοναδικό παλάτι, μ’ ένα μοναδικό βασιλιά για εραστή.

Ήθελες να σ’ αρπάξουν
ήθελες
ήθελες ν’ απογειωθείς προς τις ουράνιες σφαίρες,
προβάλλοντας τα πολλαπλά σου είδωλα.
Το είχα καταλάβει από τον τρόπο
που πετούσες την μπάλα
μικρή σαν ήσουν·
κι’ έκανες δήθεν πως θα τη ρίξεις αλλού μα την έριχνες προς τις πηγές·
εκεί, στη σκιερή σιγαλιά των σπηλαίων δεν άφηνα ούτε σταγόνα να πέσει κάτω στη γη
υγρά μονοπάτια των δακρύων που χάραξαν με όνειρα τους τοίχους, τις πέτρες, τα βρύα
μετά λουζόσουν λύνοντας την κορδέλλα απ’ τα μαλλιά
εγώ έπεφτα παραληρώντας γι’ αυτή τη στυγνή αποκάλυψη που μου θάμπωνε τα μάτια.

Χρόνια κλωθογυρίζω μέσα στις στάχτες σου Ελένη.
Στάχτες που σκόρπισαν τα πετεινά τ’ ουρανού, τα όρνεα με μυτερά τα ράμφη,
μη καταφέρνοντας να διασώσουν ούτε ένα από τα είδωλά σου.

Ήσουν η αρπαγμένη και η άρπαγας ταυτόχρονα.
‘Ηπιες τόσο αίμα
τόσο δάκρυ
τόσος ποταμός,
δε σού’φτασε να κλείσεις
την αυθύπαρκτη πληγή της θεϊκής σποράς;

Γυρίζω πάλι στα ίδια λιμάνια
ρωτώ σε σταθμούς
τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες
που νά’σαι
αν θυμάσαι
ένα βλέμμα ερωτικό
ένα χνούδι
που αμυδρά
άγγιξες με την ελαφριά σου
πατούσα
αν θυμάσαι πόσους
περιγέλασες
πόσους
εξαπάτησες
πόσους καγχασμούς εξανέμισες
προς τους πόθους όλων μας,
όλων όσων σ’ αρπάζουμε
νομίζοντας
πως θα σε υποτάξουμε.

Γελαστήκαμε όλοι, Ελένη.
Κάθε φορά, για κάθε προσπάθεια
στη θέση σου παρουσιαζόταν
το αντίγραφο, η εικόνα, η ψεύτικη μνεία των χαδιών σου, μια Ελένη ολόιδια,
μα όχι Εσύ.

Κάθε νύχτα, μόλις προβάλλει
το σκοτάδι που κρύβει και απαλύνει τις πληγές
Σαν το λιοντάρι που βρυχάται από μακριά
σε ψάχνω με το βλέμμα.

Σ’ αναζητώ Ελένη
στα λουλούδια που μάζευες σκυφτή
για μένα τάχα
και εγώ σου γράπωνα τον κατάλευκο λαιμό και τον γέμιζα γρατζουνιές με ό,τι έβρισκα· βάτα, αγκάθια, κάκτους, μικρές πέτρες.
Εσύ καταματωμένη σερνόσουν λυσσασμένα να μου ανταποδώσεις το αίμα, να μου ξεπληρώσεις τη γνώση
των κοινών μας μυστικών.

Είκοσι χρόνια τώρα
σε ρωτώ Ελένη
που να πήγες
που να χάθηκες
στην ερημιά.
 
 

About

Badge

Loading…
 

© 2009   Created by Dimitris P. Kraniotis on Ning.   Create Your Own Social Network

Badges  |  Report an Issue  |  Privacy  |  Terms of Service

Sign in to chat!